Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

ilm estival

Δεν ήρθες έτος. Ούτε κι ο Παναγιώτης ήρθε.
Έμεινες Αθήνα. Είχες πολλές δουλειές, μια δίκη που δε σήκωνε αναβολή,συνεννοήσεις με πολλά υποσχόμενες αντίδικες κυρίες κ.λ.π.
Έχει πάλι αιέρωμα στον Κισλόσκι. Μόνο το δεκάλογο όμως,όχι όπως το 95.
Κι η γιορτή του μπαμπά πέτει,όπως και τότε,μέσα στο  εστιβάλ.Θυμάμαι η μαμά μας είχε μαλώσει που δεν γυρίσαμε νωρίς εκείνη τη μέρα. Δεν υπήρχαν και κινητά να μας ψάξει.Κάπως απορήσαμε, "μα αού έχει εστιβάλ..."θα σκετήκαμε
Πίναμε μπύρες στο Grotesque. Απο τις μεγάλες. Λούσιερ και oντέλ.

Έμεινες Αθήνα. Έ,δεν είναι κι άσχημα.Με τον Κώστα,τη Σάντυ,την Κατερίνα και τους λοιπούς.
Αυτοί θα λένε πως ήρθες Θεσσαλονίκη,βέβαια, και γιαυτό δεν εμανίστηκες στο "τσιν-τσιν"αυτές τις μέρες.Είδα μοναχά δυο ταινίες.
Ψάχνω στο ίντερνετ να βρω το πόστερ του 95 που'χα κολλημένο στη ντουλάπα μου τότε.
Αστείο να το βρίσκω σε μια τόση δα παραπομπή,ενώ τό'χα χρὀνια μπροστά στα μάτια μου

http://www.filmfestival.gr/film_festival/posters/36.htm

Κἀτι λείπει.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013


Ήταν ωραία,γιατί ήταν Σάββατο κι αγαπιὀμασταν.
Ξαπλώσαμε το μεσημέρι στο μεγάλο κρεββάτι οι δυο μας κι εκεί λίγο πριν με πάρει ο ύπνος,πριν βυθιστώ στη μακαριότητα,χωρίς καμια προειδοποίηση,απ'το πουθενά με χτύπησε μια εικόνα.

Με είδα σ'ένα βαγόνι στο μετρό,στην Αθήνα.
Είχε μόλις βραδιάσει ,το ξερα κι ας μην το βλεπα,και πάνω μου έπεφτε εκείνο το άσπρο,απρόσωπο φως που φώτιζε κι όλους τους άγνωστους κουρασμένους ανθρώπους γύρω μου μες στο βαγόνι,υπογραμμίζοντας το πόσο ξένοι ήμασταν κι όπως οι πόρτες ανοιγόκλεισαν στο "πανεπιστήμιο",
αναρωτήθηκα ξαφνικά πού πάω γιατί συνειδητοποίησα εκείνη μόλις τη στιγμή πως πήγαινα στου Φώτη.Αυτόματα κι αυτονόητα.
Και την αμέσως επόμενη στιγμή θυμήθηκα πως ο Φώτης πέθανε.
Δεν είναι εκεί.

Και τώρα πού πάω; σκέφτηκα
Τι γυρεύω εδώ;
Πού πάω μόνη μου στην Αθήνα;
Τί σκατά κάνω εδώ;
Πώς βρέθηκα στην κωλοΑθήνα;;
Τί να κάνω χωρίς το Φώτη; 


Όλα έγιναν κρύα,εχθρικά κι αφιλόξενα.
Ήμουν μόνη μου σ'ένα βαγόνι.
Μόνη,ολομὀναχη στον κόσμο,σαν να μην είχα πια κανένα συγγενή,κανένα φίλο,
μόνη,μόνη,μόνη εντελώς...

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Υ στέρηση των αστεριών




Δεν ομολογώ πόσο συχνά σε σκέφτομαι.
Αυτοί οι αποχωρισμοί αφήνουν υπενθυμίσεις στα κόκκαλα.
Σαν τους ρευματισμούς.
Όποτε αλλάζουν οι εποχές, ένας βύθιος πόνος μ'επισκέπτεται.
Θα έρθουν κι άλλοι αποχωρισμοί.
Γιαυτό γερνάνε οι άνθρωποι, γιατί φορτώνονται με υπομνήματα πόνου,σκέφτομαι.
Σου γράφω απο δω-δε νομίζω να με λαμβάνεις...
Αν έτρεχα πιο γρήγορα απο το φως όμως,αν απομακρυνόμουν απ'τη γη με πιο γρήγορη ταχύτητα απ'αυτή του φωτός,θα σ'έβλεπα ζωντανό κάπου,ε;
Στο γραφείο,ή στο σπίτι ή μπορεί μικρό να παίζεις στο χωριό.
Στο χωριό την είχαμε κάνει παρέα αυτήν τη σκέψη ένα βράδυ που κοιτούσαμε τα αστέρια πάνω σ'ένα λοφάκι και διαπιστώσαμε πως βλέπαμε το παρελθόν.
Πως τα αστέρια που βλέπαμε μάλλον δε θα υπάρχουν πια.
Κάτι θα ξέραν αυτοί οι αρχαίοι που ονομάτιζαν τ'αστέρια σύμφωνα με τους εκλιπόντες.
Τ΄αστέρια είναι του παρελθόντος τα φωτεινά ουράνια σώματα.Όχι;

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ ΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΩΝ

Το φως στην κουζίνα σου ανάβει. Χύνεται στο δρόμο το φως.
Το φως του πρώτου ορόφου.
Θα δίψασες ίσως.
Νιώθω παράξενα που το παρατήρησα μέσα απ'το αυτοκίνητο πριν φύγω στρίβοντας το τσιγάρο μου με τα φώτα σβηστά.
Σαν να σε παρακολουθούσα κρυφά.

Θα το έκανα, άραγε;
Θα σε παρακολουθούσα ποτέ στα κρυφά;

Μ'αρέσουν οι κουζίνες. 
Με τις μυρωδιές απ'τα φαγητά,τους ατμούς απ'τις κατσαρόλες,τα σταγονίδια του λαδιού που εκτινάσσονται απ'το τηγάνι και πετυχαίνουν τσουχτερά το ακάλυπτο δέρμα, το θόρυβο του απορροφητήρα,το κροτάλισμα των πιάτων στο νεροχύτη και το θρόισμα του νερού πάνω τους, τα νουλάπια με τα σκεύη που δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, τα ντουλάπια με τα τάπερ,τα ντουλάπια με τα ποτήρια και τις κούπες,τα ντουλάπια με τις κατσαρόλες και τα ταψιά,τα συρτάρια με τις πετσέτες,τα συρτάρια με τα μαχαιροπήρουνα,τις κουτάλες,τους περίεργους αβγοκόφτες, τα σουρωτήρια και τα τιρμπουσόν,το ψυγείο με το αδιάλειπτο γουργούρισμα και το παράξενο φως όταν ανοίγει η πόρτα του τη νύχτα, τις μάνες που πίνουν ελληνικό και καπνίζουν με τις αδερφές και τις φίλες μιλώντας χαμηλόφωνα  τα μυστικά τους κι αποδιώχνοντας βιαστικά τα πιτσιρίκια που βουίζουν γύρω τους σαν μέλισσες που οσμίζονται τη γὐρη του συνομωτικού, τα γεύματα του τραπεζιού και τα βιαστικά πρωινά του πάγκου,τα ψίχουλα στο τραπεζομάντηλο,τα εγκατελειμμένα πιάτα στα τραπέζια της Κυριακής-μονάχα της Κυριακής-χάριν της σιέστας κι εξαιτίας του κρασιού.
Μ'αρέσουν οι κουζίνες.
Μου ζεσταίνουν τα σωθικἀ. Κι ίσως με μελαγχολούν.Σαν ένας τόπος απ'το παρελθόν.Χαμένος.
Σαν να μην τους ανήκω πια.
Μπορεί γιαυτό να μελαγχόλησα λιγάκι,έτσι όπως κοιτούσα απ' έξω τη  φωτισμένη σου κουζίνα.


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Άνθρωποι και ποντίκια

"Αυτή η γυναίκα πρέπει νά 'χει πονέσει πολύ..."
(πρίγκηπας Μισκιν)

Οι άνθρωποι που αγάπησα είχαν πάντα λίγη θλίψη στο βλέμμα. Λίγο ή περισσότερο πόνο μπολιασμένο στις κόρες των ματιών. Τόσο,ώστε να μην τον εντοπίζει το άπειρο μάτι.
Τόσο,όσο να μη σου γεννούν συμπονοια,μα να ξέρουν να είναι συμπονετικοί.
Τρυφεροί στην αφή κι άφοβα φοβισμένοι.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Δρόμοι

Η Ασκληπιού κι η Ιπποκράτους και τα κόκκινα σαν κεράσια χειλάκια σου.
Είναι άδειοι αυτοί οι δρόμοι τώρα. Τους τυλίγει η σιωπή του απομεσήμερου.Κι η σιωπή του αμετάκλητου.
Αν ήσουν κάπως πιο σιωπηλός,ίσως και να μην με πείραζε τόσο,σκέφτομαι. 
Αν με ρωτάς, θα προτιμούσα να μην υπήρχαν πια αυτοί οι δρόμοι.
Ν' ἀνοιγε η γη και να τους κατάπινε,να 'ταν ένας κρατήρας η γειτονιά σου μαύρος,να μην υπήρχε τίποτα πια να δεις.

Όποτε ήθελες να δώσεις έμφαση,σταματούσες να περπατάς και γυρνούσες προς το μέρος μου.
Σ' έβλεπα να σμίγεις τα φρύδια σου για να δώσεις πιο σκληρή απόχρωση στο παιδικό σου πρόσωπο.
Έκανες και τη φωνή πιο μπάσα,τέντωνες κάπως και τους ώμους,τους δυο μαζί,κουνούσες τα χέρια εμφατικά,έπαιρνες στάση πολεμιστή. Σχεδόν πάντα συμφωνούσα μαζί σου. Όχι πως συμφωνούσα απαραἰτητα, μα ήσουν ένα τόσο μικρό,καλό,γλυκό,τρυφερό κι έξυπνο αγοράκι που σχεδόν δεν ήσουν του κόσμου τούτου και θα'ταν κρίμα να σε συνεριστώ. Αργά η γρήγορα θα καταλάβαινες και μόνος σου. Θα μεγάλωνες κάποτε ίσως. Ή ίσως κι όχι. Ήμουν,ούτως ή άλλως, περήφανη για σένα.


 


Mάταιος κόπος,πάντως η πόζα σου...
Αυτό το μικρό σκανταλιάρικο διάστημα ανάμεσα στα δοντάκια σου σε πρόδιδε,η ευγενική σου φωνή, τα γλυκά σου μάτια σε πρόδιδαν,η έλλειψη απο γωνίες στο πρόσωπο,μικρό γλυκό μου αγόρι που ήσουν το πιο αγαπημένο μου...
Σκέφτομαι και γελἀω,ένα βράδυ στον ιπποπόταμο που ακούγαμε αυτό απ'το kill Bill, "το καταχείμωνο"το έλεγες και γελούσες-περνούσε μια βραχνάδα στη φωνή σου με το γέλιο,με το πολύ γέλιο-κι όταν γυρίσαμε σπίτι ήσουν τόσο χαρούμενος που έβαλες το cd και μου πες να το χορέψουμε.
Και το χορέψαμε οι δυο μας γελώντας πριν πάμε για ύπνο σ'αυτό το σπίτι, σ'αυτό το δρόμο που δεν ξέρω πια αν θέλω να υπάρχει,αφού εσύ πια δεν υπάρχεις...


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Συνταγή για χειραγώγηση

Αν θέλεις να εξοντώσεις έναν άνθρωπο ηθικά,βάλ'τον να επιλέξει αναμεσα σε πράγματα απο τα οποία κανένα δεν επιθυμεί κι έπειτα κατάστησέ τον υπεύθυνο για την επιλογή του.