Σήμερα ήρθε η άνοιξη.
Τεντώθηκε η μέρα-άλλαξε η ώρα προς το συμφέρον της-βγήκε ο ήλιος και ζέστανε.
Όμως εγώ μελαγχόλησα πολύ,όπως μελαγχολεί κανείς όταν κάθεται μόνος το σούρουπο στο μπαλκόνι κι ακούει τα χελιδόνια να ανακρώζουν το τέλειωμα της μέρας.
Σε σκέφτηκα στο σπίτι σου. Πήρα κι ένα Johnnie για να το βλέπω πάνω στο τραπέζι μου όπως θα
τό 'βλεπα πάνω στο δικό σου τραπέζι και σε βλέπω να κάθεσαι σπίτι σου,όπως κάθομαι κι εγώ στο δικό μου.
Σε βλέπω σαν μια κάμερα. Βλέπω το φως να λιγοστεύει απ'έξω,ξέρω το φως που έχεις μέσα.
Και κάθεσαι μόνος σου. Στο μυαλό μου.
Μ'ένα σωρό πράγματα στο μυαλὀ.Κι άμα σε πάρω-άμα ήσουν εκεί όντως κι όχι μόνο στο μυαλό μου-σήμερα θα μου μιλούσες με τη σπασμένη σου φωνή...
Με τη θλίψη σου στις παύσεις. Με τη γλυκιά σου φωνή που υπάρχει μόνο στο μυαλό μου τώρα και σήμερα λέει:
"Δεν ξέρω,Ρινούλα...Ίσως να θέλαμε πάντα να διαφεύγουμε...Ίσως είχαμε τους τρόπους να το κάνουμε... Ίσως να μη θέλαμε να προσαρμοστούμε...Όμως,δεν το θελήσαμε; Ή δεν το μπορέσαμε;
Δεν ξέρω..."
Έτσι λέει. Στο πρώτο πληθυντικό πάντα. Αλλά στο μυαλό μου.
Γιατί στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ο ενικός.
(Άλλα όπως θά'λεγες σίγουρα κι εσύ και θ'αρχίζαμε άλλη κουβέντα μιαν άλλη φορά
"Ποια είναι η πραγματικότητα,τελικα;")
Γύρισα.
Όλα στη θέση τους εδώ.
Στην Αθήνα μας επισκέφτηκε η άνοιξη.
Ενοχλητικά ανέμελη. Σαν δεκαεξάχρονο κοριτσάκι που γελάει δυνατά μιλώντας στο κινητό δίπλα σου την ώρα που θέλεις ησυχία για να χαζέψεις απ'το παράθυρο.
Στο μεσαίο δωμάτιο έχει μείνει απ'την Πρωτοχρονιά το ποτήρι με το νερό σου.Παρατηρώ την πτώση της στάθμης του.Εξατμίζεται. Έχει ακόμα κάμποσο. Δεν ξέρω τι θα κάνω άμα εξατμιστεί όλο.
Δεν μ'αρέσει να το σκέφτομαι.Θα δω τότε τι θα κάνω.
Απ'το σπίτι της Κατερίνας φαινόταν ο ουρανός.Πολύς ουρανός. Όλο αναρωτιόμουν τι ώρα να'ναι και συμπέραινα πως η μέρα μεγάλωσε.Αργούσε πολύ να νυχτώσει.
Ανέμελη η άνοιξη.Την Κυριακή μ'ενόχλησε πιο πολύ.Είναι κι ο συνδυασμός με τη μέρα. Η γαμημένη η Κυριακή και η πουτάνα η άνοιξη και χωρίς. Στην Αθήνα χωρίς.
Σου έδωσα κάτι φόρμες μου να φορέσεις.
Ήμασταν ζαλισμένοι απ΄το ουίσκι και τη νύστα.
Τελικά φορεσες μόνο το πάνω που ἠταν μαὐρο κι είχε μια χρυσή λωρίδα κατα μήκος του μανικιού κι απο κάτω έμεινες με το μαύρο σώβρακο.
Σου ήταν εφαρμοστό κι ήσουν αναμαλλιασμένος-όταν σε κοίταξα μού'ρθε να βάλω τα γέλια γιατί φαινόσουν πολὐ trendy και πολύ gay,both so unlike you,αλλά ήμασταν θανάσιμα νυσταγμένοι και δεν είχα το κουράγιο να στο πω,ούτε κι εσύ θά'χες το κουράγιο να γελάσεις.
Με φίλησες και μου'πες "καληνύχτα,Ρινούλα μου"και μισόκλεισες την πόρτα-μετά σηκώθηκες να πἀρεις ενα ποτήρι νερό- και πέσαμε για ύπνο κι εγώ σκεφτόμουν,τώρα να δεις ο καργιόλης θα δει κανα γαμάτο όνειρο κι εγώ τίποτα και σε φθονούσα κρυφά και το πρωί φυσικά είχες ένα όνειρο γεμάτο καταδιώξεις και μυστήρια να μου πεις κι εγω δεν είχα δει τίποτα και σου΄λεγα ενώ μου διηγιόσουν "Το΄ξερα,ρε γαμώτο!" κι εσύ γελούσες.
Και ξέρεις κάτι;
Πάντα σε ζήλευα που είχες όνειρα-εκτός του να τα βλέπεις- κι εγώ δεν είχα.
Και σου μιλούσα καμια φορά σαν αυστηρή μαμά,ενώ εσύ ποτέ δεν με μάλωνες.
Ποτέ. Ούτε μισή φορά δεν μ'είχες μαλώσει,ενώ εγώ εκνευριζόμουν με τις παλινδρομήσεις σου στην εφηβεία.
Και τώρα εσύ είσαι στο διάστημα κι εγώ ακόμα στη γη.
Κι ακόμα κι αν κάψω το συκώτι μου,δε θα σε βρω πουθενά.
Ωραιόκαστρο. Δημοτικό σχολείο; Σχολείο πάντως.Μπορεί γυμνάσιο.
Συναυλία-αφιέρωμα στο Γιώργο Καζαντζή με τη Μελίνα Κανά.
Συμμετέχουν οι Φωτεινή Βελεσιώτου,Μιχάλης Παπαζήσης.
Μικρό το ακροατήριο,μάλλον προεκλογικού χαρακτήρα η εκδήλωση,κι ένας ανεκδιήγητος πρόεδρος της πολιτιστικής επιτροπής ,που δεν ήξερε γραμματική, να προλογίζει.
Εμφανίζονται τρεις επι σκηνής ο ένας δίπλα στον άλλο στοιχισμένοι βάσει ύψους.
Στη μέση μια ξανθιά. Αυτή ειναι η Μελίνα,ένα ξανθό όνειρο με άφθονο χλωμό μεικ-απ!!
Μοιράζονται το ίδιο τραγούδι ξεκινάει η Βελεσιώτου,συνεχίζει η Κανά,τι γλυκιά χροια,σκέφτομαι,που έχει η ατιμη...
Ας ειναι ξανθιά,το παραβλέπω και σκέφτομαι πόσο στενά αυτή η γλυκιά φωνή συνόδεψε τα νιάτα μου κι έδωσε φωνή στη δική μου αισθητική με την συμπαθητική της συστολή.
Σκέφτομαι μια συναυλία στο Πολυτεχνείο υπερ αναρχικών συλληφθέντων- το 96 να΄ταν;
Ποσο χαιρόμουν που την άκουγα να τραγουδάει,τι συγκινημένη που ένιωθα απ'τη σεμνή της παρουσία...
Θυμάμαι πως ο Παναγιώτης,γνωστός ατσούμπαλος την εποχή εκείνη, ειχε πάει για κατούρημα κι όταν επέστρεψε,μας δήλωσε με ένα μίγμα φούριας κι ενθουσιασμού: "Πάτησα την Κανά,πάτησα την Κανά!"
Μπορώ να πω πως εκείνη τη στιγμή μια τσιμπιά φθόνου με διαπέρασε που είχε την τιμή να την πατήσει αυτός κι όχι εγώ που τόσο τη λατρευα!Μια τσιμπιά φθόνου,ανάμεικτη με επίκριση για τη βλασφημία που είχε διαπράξει...
Τον ρώτησα σήμερα πως είχε αντιδράσει τότε εκείνη και μου απάντησε: "μ'ένα συγκαμμένο χαμόγελο οδύνης".
Θυμάμαι ακόμη πως στο σύντομο διάστημα που ειχα δουλέψει στο "άλλοθι" το 94,στο ρεπερτόριό μου ήταν εκ των ουκ ανευ "τα μεταξωτά" και "οι τυφλές ελπίδες",που δεν ήταν ακόμη ιδιαιτέρως γνωστα-ιδίως οι τυφλές ελπίδες που ήταν απο δίσκο του Δουρδουμπάκη,αλλά τύχαιναν πάντα θερμής υποδοχής απο τους ερωτικώς ατυχήσαντες που ήταν κι η πλειοψηφία του μικρού μου ακροατηρίου.
Εχω στην κατοχή μου ακόμη κάπου μια κασέτα που ηχογράφησα απο μια συναυλία της στην Αιγλη,όπως την είχε μεταδώσει ο "Ραδιο-Ανατολικός". Έστειλα μάλιστα και μια κόπια στο Φώτη,με κρυφή υπερηφάνεια που τον έκανα κοινωνό ενός "συλλεκτικού κομματιού" που σίγουρα θ'αποκτουσε φοβερή αξία στο μέλλον.
Κι όλο το ξεχνάω,αλλά μου το θυμίζει η Χριστινούλα,πως την πρωτοάκουσα το 92,σε μια συναυλία του Μίμη Κουγιουμτζή,στο Παλαί Ντε Σπορ,όπου κι οι δυό μας συμφωνήσαμε πως ειχε πολύ γλυκιά φωνή και προσπαθούσαμε να συγκρατήσουμε τ'όνομά της.
Θα μπορούσα ώρες να περιγράφω τις αναφορές μου στη Μελίνα.Κι ειμαι σίγουρη πως πολλοί σημερινοι τριανταπεντάρηδες έχουν τέτοιες,γιατί εμφανίστηκε στο τραγούδι μαζί με την εφηβεία μας και ήταν ένα real time φαινόμενο,όπως κι ο Μάλαμας κι ο Θανασης Παπακωνσταντίνου που μας εξέφραζαν καλύτερα απ΄το Σαββοπουλο,γιατί ακριβώς ήταν real time,ήταν "δικοί μας".